Αποσπάσματα από το βιβλίο Η αδερφή μου, του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

 

… “Η αδερφή μου, η αρρώστια της και η σχέση μου μαζί της καθόρισαν τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, που κρίνω, ιεραρχώ, αξιολογώ. 

Ο Καμύ μας είπε ότι το κυριότερο, το μόνο, φιλοσοφικό ζήτημα είναι το ζήτημα της αυτοκτονίας, γιατί θέτει το ερώτημα της αξίας ή της απαξίας της ζωής. Η ιστορία της αδερφής μου με οδήγησε από τα εφηβικά μου χρόνια να θεωρώ ότι το κύριο φιλοσοφικό ερώτημα είναι η αρρώστια. Η αρρώστια θέτει, με τον οξύτερο τρόπο, το ζήτημα του νοήματος της ζωής, του Θεού, της σχέσης με τους άλλους, της ευδαιμονίας, της χαράς. Δεν πιστεύω διόλου σε όλη αυτή τη μεταφυσική του πόνου ούτε στην εξαγνιστική λειτουργία του, πιστεύω μόνο ότι όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηχός και λίγο ως πολύ ανόητος άνθρωπος. Αλλά πάλι όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που μπορεί εύκολα να γίνει φθονερός, χαιρέκακος και μνησίκακος. Αυτά τα εγκώμια του πόνου τα κάνουν άνθρωποι που μάλλον δεν έχουν πονέσει όσο λένε. Η αρρώστια, η δική σου και των άλλων, σε οδηγεί να εκτιμάς την αξία των πιο κοινών και καθημερινών πραγμάτων της ζωής και ταυτόχρονα να σχετικοποιείς, χωρίς να μηδενίζεις, τη σημασία άλλων, που θεωρούνται σημαντικά (σταδιοδρομίες, ανέσεις και άλλα τέτοια).

Την αρρώστια της αδερφής μου δεν είχα άλλον τρόπο να τη συζητήσω με τον εαυτό μου, να αναμετρηθώ μαζί της, να την κατανοήσω, να την εξημερώσω, παρά μόνο τη χριστιανική διδασκαλία και πίστη. Αυτή ήταν η πατρική κληρονομιά, αυτός ήταν ο κόσμος μου. Το ερώτημα ήταν βέβαια ένα: πώς γίνεται ο Θεός της αγάπης, ο Θεός που απαιτεί την αγάπη, να δείχνει τόση σκληρότητα στην αδερφή μου. Το ερώτημα ήταν δραματικά συγκεκριμένο, η σκληρότητα του Θεού απέναντι στην αθώα και αγαπημένη μου αδερφή, αλλά περιείχε μέσα του τη γενίκευση. Από τότε μέχρι σήμερα δεν έχω αλλάξει άποψη. Το μόνο θεολογικό ερώτημα που υπάρχει είναι αυτό: η σχέση ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο και την αγάπη του Θεού. Όλα τα άλλα είναι διανοητικές περιέργειες. 

Το 1974 προστρέχω σε έναν αληθινά άγιο άνθρωπο, σε ένα ναΰδριο περί των Αθηνών. Το θέμα είναι και πάλι ένα: γιατί η Γιούλα δε γίνεται καλά; Ο πατέρας μας είναι παπάς, η μάνα μας πηγαίνει κάθε μέρα -δεν είναι σχήμα λόγου- στην εκκλησία, έχουν λιώσει και οι δυο τους στην προσευχή, η Γιούλα έχει βαθιά πίστη, μα τι άλλο θέλει επιτέλους ο Θεός για να δείξει την καλοσύνη του; Δε ζητούσα παρηγοριά στον πόνο μου, ζητούσα ένα θαύμα, τίποτε λιγότερο. 

Ο Θεός μετά τη δημιουργία του κόσμου, γράφει και ξαναγράφει η Βέιλ*, αποσύρεται, παραιτείται από την άσκηση της δύναμής του να υπάρξει … Η ανθρώπινη οδύνη, σε όλες τις μορφές της, αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για να φτάσει κανείς στο Θεό ως αγάπη, γι’ αυτό και πρέπει να μείνει για πάντα απαρηγόρητη και ανεξήγητη. Ο ίδιος ο Θεός αποσύρεται από αγάπη, για να οδηγήσει τον άνθρωπο να τον αναζητήσει και να τον αγαπήσει. Η οδύνη αποτελεί το σημείο υπεροχής του ανθρώπου έναντι του Θεού (που, ως παντοδύναμος, δεν δύναται, δεν πονάει). Τούτο το θεϊκό έλλειμμα αναπληρώνεται με την ενσάρκωση και την απόληξή της, τον σταυρικό θάνατο. Άρα, στο κέντρο της προσοχής της Βέιλ έρχεται ο σταυρός του Χριστού, υπό το πρίσμα του οποίου θα θεωρήσει τους ανθρώπους και τη ζωή τους … 

Η απόσυρση του Θεού ως παραίτηση από την άσκηση της δύναμής του, η θεϊκή κένωση, υποδεικνύει στον άνθρωπο να παραιτηθεί και αυτός από τη δύναμη, να κενωθεί (να αποδημιουργηθεί, φτάνει να πει η Βέιλ). Χωρίς αυτή την παραίτηση από τη δύναμη, δηλαδή από τον εγωισμό, χωρίς αυτή την κένωση, δεν υπάρχει χώρος για τον άλλο, δεν υπάρχει έλεος. Ο Θεός έχει αποσυρθεί από τον κόσμο, ο κόσμος αυτός έχει παραδοθεί στην αναγκαιότητα, και τα μόνα ίχνη πια της θεϊκής παρουσίας είναι οι ελεήμονες … Επιτέλους, είχα κάπου οδηγηθεί: στροφή από το τι κάνει ο Θεός στο τι κάνω εγώ (για τους άλλους). 

Η χαρά είναι πνευματικό γεγονός. Προϋποθετει την καλοσύνη και την αγάπη. Ο κακός δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρούμενος – αυτή είναι και η τιμωρία του, η κόλασή του … η αγιότητα προϋποθέτει αρχικώς και κυρίως την παραίτηση από κάθε ίχνος δύναμης, την πλήρη απογύμνωση … η καλοσύνη της αδερφής μου, η αγάπη της ακόμη και για εκείνους που την εχθρεύονταν -χωρίς εκείνη να το καταλαβαίνει- είναι χειροπιαστό τεκμήριο ότι κανείς μας δεν έχει άλλοθι να μην είναι καλός. 

Ο τρόπος όμως που σκέφτομαι, που αξιολογώ, που αντιμετωπίζω τη ζωή και τους ανθρώπους δεν γεννήθηκε μέσα στα βιβλία ούτε πουθενά αλλού, καθορίστηκε από την αδερφή μου. Δεν λέω ότι είναι ο τρόπος της, γιατί είμαι μίλια μακριά από την καλοσύνη της και από τη χαρά των μικρών πραγμάτων. Λέω απλώς, Γιούλα μου, σου λέω τώρα κάτι που δεν σου είπα ποτέ, αν και εσύ η πανέξυπνη μπορεί να το είχες καταλάβει, ότι σου χρωστάω τα πάντα.”

 

*Σιμόν Βέιλ, Γαλλίδα φιλόσοφος και ακτιβίστρια

 

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης γεννήθηκε το 1953 στη Συκιά Λακωνίας. Σπούδασε νομική και φιλολογία στην Αθήνα και φιλοσοφία στο Παρίσι. Υπηρέτησε πολλά χρόνια στη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1998 ως το 2012 ήταν διευθυντής του περιοδικού Νέα Εστία. Είναι πρόεδρος, από το 2008, του Δ.Σ. του Βιβλικού Ιδρύματος “‘Αρτος Ζωής” και, από το 2013, του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. Το 2015 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το 2017 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο δοκιμίου – κριτικής για το βιβλίο του Υπό το φως του μυθιστορήματος (2015) και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών – Ίδρυμα Πέτρου Χάρη για το βιβλίο του Ο στεναγμός των πενήτων. Δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη (2016). 

 

Image by Brian Blum